γραμματεῖς

γραμματεῖς
γραμματεύς
secretary
masc acc pl
γραμματεύς
secretary
masc nom/voc pl (parad-form)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • Γραμματείς — Εβραίοι ερμηνευτές του Μωσαϊκού Νόμου (Τορά),των οποίων το λειτούργημα στον ιουδαϊσμό είχε αποκτήσει μεγάλο κύρος, δίπλα στο ιερατείο και στους προφήτες. Κατά τη Βαβυλώνια Αιχμαλωσία διατήρησαν την ισραηλιτική θρησκευτικοφιλολογική παράδοση.… …   Dictionary of Greek

  • Claremont Profile Method — was elaborated by Ernst Cadman Colwell and his students. Professor Frederik Wisse attempted to establish an accurate and rapid procedure for the classification of the manuscript evidence of any ancient text with large manuscript attestation, and… …   Wikipedia

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • SCRIBAE — apud hebraeos dicti sunt duplicis generis homrnes; quorum illi Saeculare, isti Ecclesiasticum obiêre munus. Prioris generis erant, quibus iuventutem in primis Grammaticae elementis, rectâ inprimis scribendi ratione, instruere incumbebat: quos… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • GRAMMATEUS — Graece Γραμματεὺς, nomen officii, in Aegypriacis Sacris, de quo sic Apuleius l. 11. Tunc exsistis unus, quem cuncti Grammatea dicebant, pro foribus assistens, coetu Pastophororum, quod sacrosancti collegii nomen est, velut in contionem vocato,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • φαρισαίος — ο / Φαρισαῑος, ΝΜΑ (στον πληθ. ως κύριο όν.) οι Φαρισαίοι ιουδαϊκή θεοκρατική μερίδα που εμφανίστηκε επί Ιωάννη τού Υρκανού, μεταξύ 135 105 π.Χ., προερχόταν από τους Ασιδαίους και αποτελούνταν από γραμματείς ή νομοδιδασκάλους, εχθρούς τών… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • κονγκλάβιο — Ονομασία της συνέλευσης των καρδιναλίων στη Δυτ. Καθολική Εκκλησία, που συγκαλείται για να εκλέξει νέο πάπα· κ. ονομάζεται επίσης ο τόπος όπου γίνεται η εκλογή. Η ονομασία προέρχεται από τις λατινικές λέξεις cum clave (= κλειδωμένος). Η καθιέρωση …   Dictionary of Greek

  • Μέγα Συνέδριο — (εβρ. Σανχεδρίν). Σώμα συμβούλων των Εβραίων. Η ύπαρξή του χρονολογείται από την ελληνιστική περίοδο και διέθετε τόσο θρησκευτική όσο και κοσμική εξουσία. Μέλη του ήταν ο μέγας αρχιερέας της περιόδου, οι πρώην μεγάλοι αρχιερείς των οποίων η… …   Dictionary of Greek

  • Книжники — библейское название особого класса людей, о которых часто говорится и в Ветхом, и в Новом Завете (евр. соферим, греч. γραμματεΐς). Знакомые с письменностью или книжностью в древности тем самым выделялись из ряда и получали особенное значение в… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”